Wednesday, 11 September 2013

Sept'13 // Suicide Prevention Day

Υποσχέσου μου οτι θα ζήσεις μέχρι αύριο...
Promise me you will live until tomorrow...

an article I wrote about Grassroots Suicide Prevention and was published at Protagon.gr, the Greek blog I am correspondent for.

(for the English translation, please scroll down)







«Η μουσική είναι ο μόνος σου φίλος, μέχρι το τέλος»τραγουδούσε ο Τζιμ Μόρισον. Αναρωτιέμαι αν κάποιος είχε δει τα σημάδια πριν την αυτοκτονία. Ο κυρ Γιάννης στα Χανιά κουβαλούσε χρόνια το όπλο του και όλοι το περίμεναν. Αναρωτιέμαι γιατί κανείς δεν του πήρε αυτό το όπλο απο τα χέρια του. Κατά καιρούς έπινε πολύ. Άλλοτε πάλι ξεγλιστρούσε από το πιοτό και ένιωθε πολύ περήφανος. Ίσως να ζούσε σήμερα. Ο Stephen Fry είναι διπολικός και έχει προσπαθήσει 2 φορές να δώσει τέλος στη ζωή του. Στο δημοτικό, η μαμά μιας συμμαθήτριάς μας αυτοκτόνησε. Κανείς δε μας μίλησε γι’ αυτό. Ένα πέπλο μυστηρίου και μια βαθιά αμηχανία. Και μετά, ο πατέρας μιας άλλης συμμαθήτριας. Και μετά, η μητέρα μια άλλης. Ένας φίλος μου, που ευτυχώς τον πρόλαβε ο αδερφός του. Ένας άλλος φίλος μου, επέζησε από τρεις απόπειρες. Ελπίζω να μη σκεφτεί κάποια τέταρτη.
Στατιστικά στοιχεία λένε ότι κάθε 40 δευτερόλεπτα κάποιος αυτοκτονεί. Ένα εκατομμύριο άνθρωποι τον χρόνο, παγκοσμίως. Ίσως να είναι περισσότεροι. Πολλές φορές, κάποιοι θάνατοι δε δηλώνονται ως αυτοκτονία, λόγω στίγματος. Ή κάποιες άλλες φορές κάποιος έχει αυτοκτονική συμπεριφορά και την καμουφλάρει με επικίνδυνη οδήγηση, ναρκωτικά, αλκοολισμό.
Στο Μπράιτον το 2006 μια παρέα επαγγελματιών και εκπαιδευτών ψυχικής υγείας, οι Chris Brown, Miranda Frost, Suzie Marriott και η Jenny Pickup αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να οραματιστούν ένα κόσμο όπου η πρόληψη αυτοκτονιών θα είναι εφικτή. Είχαν ήδη παρακολουθήσει ένα σεμινάριο Πρώτων Βοηθειών για πρόληψη αυτοκτονιών μέσω του Living Works, ενός πρωτοποριακού συστήματος έγκαιρης πρόληψης που ξεκίνησε στον Καναδά. Έτσι κάπως απλά δημιουργήθηκε το Grassroots Suicide Prevention.
Το 2012 έβαλαν ως στόχο να κάνουν το Μπράιτον την ασφαλέστερη πόλη ενάντια στην αυτοκτονία. Αυτό περιλαμβάνει την ευαισθητοποίηση τουλάχιστον του 5% του πληθυσμού της πόλης. Στατιστικά μιλώντας πάλι, 1 στους 20 έχει σκέψεις αυτοκτονίας. Ο στόχος του 5% είναι ότι για κάθε 20 ευάλωτους κατοίκους θα υπάρχει κάποιος που θα έχει εκπαιδευτεί για να παρέχει τις πρώτες βοήθειες πρόληψης. Αυτό περιλαμβάνει κάποια απλά βήματα και ερωτήσεις: "Τι κάνεις; Πώς νιώθεις; Σκέφτεσαι να αυτοκτονήσεις; Πες μου, γιατί; Είμαι εδώ και σε ακούω. Υποσχέσου μου ότι θα ζήσεις μέχρι αύριο. Και μαζί θα βρούμε μια λύση".
Κάποιες από τις βασικές αρχές τους είναι: 
·     Η αυτοκτονία είναι ένα πρόβλημα υγείας ολόκληρης της κοινότητας
·     Οι σκέψεις που οδηγούν στην αυτοκτονία είναι κατανοήσιμες, περίπλοκες και προσωπικές
·     Η αυτοκτονία μπορεί να αποφευχθεί
·     Ο ανοικτός, ευθύς και ειλικρινής διάλογος ενθαρρύνει την αναζήτηση αυτο-βοήθειας
·     Δεξιότητες παρέμβασης είναι γνωστές και μπορούν να διδαχθούν σε αρκετά άτομα
Η 10η Σεπτέμβρη είναι η παγκόσμια ημέρα Πρόληψης Αυτοκτονιών. Αυτήν τη μέρα το 2015, το Μπράιτον ίσως βραβευτεί ως η πρώτη πόλη της Βρετανίας στην Πρόληψη. Ίσως η πρώτη, παγκοσμίως. Το 2013 το Grassroots διακρίθηκε ως πιο δραστήριος φορέας που συνδέεται με το Living Works. Χρόνια πριν, όλα ξεκίνησαν σα μια τρελή ιδέα τεσσάρων φίλων. Αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι η αλλαγή ξεκινάει από λίγους. Η αυτοκτονία είναι ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα. Μας θέλει όλους άγρυπνους και ενωμένους. Με ανοιχτά αυτιά, μάτια και καρδιές.



"Music is your only friend, until the end," sang Jim Morrison . I wonder if anyone had seen the signs before suicide. Sir Yiannis in Chania was carrying a gun for years and everyone knew he was going to kill himself. I wonder why no one took the weapon from his hands. Occasionally he would drink a lot. Other times he would slip from the booze and he would feel very proud. He might have been alive today .Stephen Fry is bipolar and has tried twice to end his life. During my primary school  years, a classmate’s mum  committed suicide . Nobody talked about it. A veil of mystery and a deep embarrassment filled the space. And then, the father of another classmate; and then, the mother of another; a friend of mine who thankfully was rescued by his brother and another friend of mine, survived three attempts. I hope he doesn’t think of a fourth one
Statistics say that every 40 seconds someone commits suicide. A million people a year worldwide. There might be more. Many times, some deaths are not reported as suicide due to the stigma attached. Or other times someone has suicidal behavior and camouflages it with dangerous driving, drugs, alcoholism.
In Brighton in 2006 a group of professionals and trainers of mental healthcare, Chris Brown, Miranda Frost, Suzie Marriott and Jenny Pickup decided to join forces and to envision a world where suicide prevention will be possible. They all had already attended a First Aid seminar for suicide prevention through Living Works, an innovative system of early prevention which started in Canada. Thus they created the Grassroots Suicide Prevention.
In 2012 they envisioned making Brighton the safest city against suicide. This includes raising awareness of at least 5% of the city population. Statistically speaking again, 1 in 20 has suicidal thoughts. The 5% target is that for every 20 vulnerable residents there will be someone who is trained to provide first aid prevention. This includes some simple steps and questions: “How are you doing? How do you feel? Are you considering suicide? Tell me why. I'm here and I'm listening. Promise me that you will live until tomorrow. And together we will find a solution."

Some of the core beliefs are:
· Suicide is a community health problem
· The thoughts that lead to suicide are understandable, complex and personal
· Suicide can be prevented
· Help seeking is encouraged by open, direct and honest talk about suicide
· Intervention skills are known and can be learned from a large number of individuals

September the 10th is the International Day of suicide prevention. This day in 2015, the Brighton may be awarded as the first suicide safer in Britain. Maybe the first worldwide. In 2013 Grassroots excelled as a more active entity associated with Living Works. Years ago, it all started like a crazy idea of four friends. Proving once again that change starts by few. Suicide is a particularly sensitive issue. It needs us all alert and united. With open ears, eyes and hearts.

Thursday, 18 August 2011

Αιώνες πίσω...



Μα σε ποιόν αιώνα ζούμε;

Ευαγγελία Βουτσάκη, Αγγλία.

Όταν πρωτοήλθα λοιπόν στην Αγγλία το 2008 ανακάλυψα το βλακώδες σύστημα με τις βρύσες τους. Το κρύο και το ζεστό είναι κανάλια που δεν αναμιγνύονται, είναι στην ουσία δύο ξεχωριστές βρύσες. Έτσι το κρύο γίνεται σταδιακά πολύ κρύο και το ζεστό αφόρητα ζεστό. Αν θέλεις νερό χλιαρό τότε πρέπει να βουλώσεις το νιπτήρα και να ανοίξεις και τις δύο βρύσες. Όπως έκαναν παλιά κάπου εκεί στο μεσαίωνα που πλένονταν απο τις λεκάνες. Το ίδιο ισχύει και στο νεροχύτη. Ευτυχώς στα ντούζ το νερο αναμιγνύεται απο μόνο του. Και ευτυχώς πολλές απο τις παλιομοδίτικες βρύσες αντικαθίστανται σιγά σιγά απο φυσιολογικές.

Τι σας λέω τώρα και σας. Για βρύσες και νερά.

Και όμως.

Χθές που πήγα και εγώ ως ανεπίσημη προσκεκλημένη του ‘γάμου της χρονιάς΄εδώ στο Λονδίνο είχα ευκαιρία να μελετήσω την αγγλική κοινωνία. Με το ζούμ φακό μου προσπαθούσα να φωτογραφίσω τους επίσημους καλεσμένους καθώς αυτοί έβγαιναν απο το παλάτι του Buckingham για να πάνε στη δεξίωση στο Clarence House. Μέλη βασιλόσογων, αριστοκράτες, ηθοποιοί, επιχειρηματίες, τραπεζικοί, μέλη της λεγόμενης υψηλής κοινωνίας. Μαγεύτηκα απο την κομψότητα τους, τα πολύχρωμα καπέλα, το στύλ και τη φινέτσα τους. Κάτι σαν το ζεστό νερό που στην αρχή είναι ευχάριστο. Σιγά σιγά όμως άρχιζε να με καίει... Ποιοί είναι όλοι αυτοί; Φίλοι της βασιλικής οικογένειας, ανώτατοι, με τίτλους ευγενείας. Οικονομικά και κοινωνικά κλάσεως ανώτεροι απο το μέσο όρο. Προνομιούχοι. Μα σε ποίον αιώνα ζούμε;

Άλλαξα το φακό στη μηχανή μου. Έβαλα τον 35άρη. Με αυτόν για να φωτογραφίσω πρέπει να πλησιάσω αρκετά το θέμα μου. Ξεχύθηκα στο πλήθος. Σίγουρα ήταν περισσότεροι απο ένα εκατομύριο. Περπάτησα στον καθεδρικό του Γουεστμινστερ, στο πάρκο St James, . Γνώρισα αυτούς που είχαν κατασκηνώσει απο τη Δευτέρα-Τρίτη για να καβατζώσουν μια καλή θέση θέασης του όλου σκηνικού. Να δούν την βασιλική πομπή, τα άλογα, τις άμαξες, τις λιμουζίνες, το ζεύγος και τη χλιδή της ημέρας. Δίπλα τους σκουπίδια. Οι ομάδες καθαριότητας υπολόγιζαν οτι τα σκουπίδια στη γύρω περιοχή έφταναν τους 14 τόνους. Μίλησα με τους σκληροπυρηνικούς της βασιλικής οικογένειας. Μου προκάλεσε θλίψη το όλο σκηνικό. Μου θύμισαν τους άστεγους που βλέπω κατα καιρούς να κοιμούνται έξω μέσα στο κρύο και το αγιάζι. Τους βρήκα απίστευτα γραφικούς, σχεδόν ψυχασθενείς. Σαν να τους είχε μεθύσει το βασιλικό παραμύθι. Πολλοί τους φωτογράφιζαν. Και αυτοί πόζαραν, αφελείς, αθώοι, μαγεμένοι απο τη μέρα. Σιγά σιγά το κρύο έγινε ακόμα πιο κρύο και άρχισα να τρέμω. Ποιοί είναι όλοι αυτοί; Ακόλουθοι μιας παράδοσης που έχει ρίζες στο μεσαίωνα. Οπαδοί μιας οικογένειας που αν και Γερμανικής καταγωγής ζούν και βασιλεύουν στην Αγγλία;

Έτσι λοιπόν το κρύο έγινε πάγος και το ζεστό καυτό. Δεν μπόρεσα να τα αναμίξω και για άλλη μια φορά έμεινα με την απορία. Μα σε ποίον αιώνα ζούμε;

Ανεμοβλογιά και Καλλικράτης


Ετών 32 με ανεμοβλογιά. Σε όποιον και να το πώ με κοιτάνε σα να είμαι ούφο. Μα καλά, δεν την έχεις περάσει; Αυτή είναι παιδική ασθένεια.

Και εδώ αρχίζω να λέω την ίδια ιστορία. Στο χωριό που γεννήθηκα ήμασταν λίγα παιδιά. Στο δημοτικό τα τελευταία χρόνια ήμασταν εφτά: Η Κατερίνα Τ., η Κατερίνα Χ., ο Σταύρος, ο Στέλιος, η Στεφανία, Ο Γιώργος και εγώ. Δε θυμάμαι να την έχουμε περάσει την ανεμοβλογιά λοιπόν.

Και με αφορμή την ανεμοβλογιά πάω πίσω σε εκείνα τα χρόνια. Εφτά παιδιά και ο δάσκαλος σε ένα αυτοκίνητο να πηγαίνουν εκδρομή. Εφτά παιδιά και ο δάσκαλος να τους τραγουδάει και να παίζει κιθάρα. Εφτά παιδιά και κάθε Παρασκευή να καθαρίζουν το σχολείο σαν να ήταν δικό τους σπίτι. Να το στολίζουν, να φυτεύουν λουλούδια, να ζωγραφίζουν, να γράφουν άρθρα για το περιοδικό Χανιωτάκια, να μαθαίνουν τα μεγαλύτερα στα μικρότερα πώς να διαβάζουν, να παίζουν ποδόσφαιρο με το δάσκαλο.

Αυτή η κατόπιν εορτής ανεμοβλογιά με βάρεσε κατακέφαλα.

Και θυμήθηκα και ενα καταπληκτικό ντοκυμαντέρ του Nicholas Filibert για τον τελευταίο χρόνο ενός μονοθέσιου σχολείου στη Γαλλία


(Etre et Avoir http://www.imdb.com/title/tt0318202/, http://www.youtube.com/watch?v=uDcqQuoWnFI )

Ήμουν φοιτήτρια όταν το είδα και έκλαιγα. Πώς μπορεί να συγκινούμαι μετά απο τόσα χρόνια; Πόσο πολύ μου θύμισε αυτός ο Γάλλος δάσκαλος τους υπέροχους δασκάλους που γνώρισα απο τα πέντε μέχρι τα εννιά μου χρόνια: τον κύριο Κολωκοτρώνη, τον κύριο Πιτσιγαυδάκη, τον κύριο Χαμηλάκη. Πόσο πιο μαγικά ήταν στο μικρό μας σχολείο απο το σχολείο που μας μετέφεραν. Απο το σχολείο του χωριού σε ένα σχολείο με 6 αίθουσες και 30 παιδιά σε κάθε τάξη. Εφτά παιδιά αντιμέτωπα με 180 αγνώστους. Ένα σχολείο χάος, απρόσωπο, αγέλαστο, άγευστο. Οι δάσκαλοι βαρεμένοι, αδιάφοροι, κουρασμένοι. Σε κάθε διάλειμμα τα εφτά παιδιά συναντιούνται και αναπολούν. Και δεν υπάρχει κανένας λόγος να βρίσκονται εκεί. Να ξυπνούν ξημερώματα, να περιμένουν το λεωφορείο/ταξί στο κρύο και τη βροχή, να γίνονται ανώνυμοι μαθητές ενός ανώνυμου δασκάλου.

Στο δικό μου χωριό το σχολείο έκλεισε το 1987. Και ακόμα δεν κατάλαβα γιατί. Ο Καλλικράτης του 2011 κλείνει τα ελάχιστα μονοθέσια σχολεία που έχουν απομείνει στην επαρχία. Και αναγκάζει τα παιδιά που φοιτούν σε αυτά να ξυπνούν ξημερώματα, να περιμένουν στο κρύο και τη βροχή το λεωφορείο/ταξί, να γίνονται ανώνυμοι μαθητές ενός ανώνυμου δασκάλου. Η ίδια ιστορία.

Η παιδεία θέλει χώρο και χρόνο, θέλει προσωπική επαφή, θέλει παιχνίδι, θέλει επικοινωνία. Με το να στοιβάζονται 30 παιδιά σε μια αίθουσα διδασκαλίας το αποτέλεσμα είναι μια τάξη χωρίς ‘οξυγόνο’. Κάποιοι ασθμαίνουν και ασφυκτιούν. Και πρώτος απ’όλους ο ίδιος ο δάσκαλος.

Κατα βάθος χαίρομαι που είμαι 32 και κόλλησα μια παιδική ασθένεια. Ταξίδεψα πίσω στο χρόνο. Και νιώθω τυχερή που πέρασα από ένα μικρό και γραφικό σχολείο της επαρχίας.



Ευαγγελία Βουτσάκη.

Thursday, 28 April 2011

πορείες και απορίες_Και στο Λονδίνο...





26 Μαρτίου 2011, Αγγλία.


Πριν καλά-καλά καταλάβω ποιά είμαι και τι κάνω σε αυτή τη ζωή συμμετείχα σε πορείες. Αρχικά ήταν οι πορείες της παιδικής μου ηλικίας με συνοδεία και ενθάρρυνση γονέων ενάντια στις Αμερικάνικες βάσεις της Σούδας. Μεγάλωσα, άσπρισαν τα μαλλιά μου (από τα 20) και οι βάσεις ακόμα εκεί είναι να μας θυμίζουν την Νατοϊκή συμμαχία και τα παρατράγουδά της. Η μάνα μου προχθές ως ενδο-ανταποκρίτρια μου ανακοινώσε στις τηλεφωνικές μας συνδέσεις ότι τα αεροπλάνα που πάνε και έρχονται στις βάσεις ακούγονται μέχρι το χωρίο, 40 χιλιόμετρα δυτικά της Σούδας. «Μέρα νύχτα πετάνε τα αναθεματισμένα και πάνε στου Καντάφι».

Πήγα και το 1992 στις πορείες για το ‘Μακεδονικό ζήτημα’. Άλλο φιάσκο, ακόμα να συνεννοηθούμε οι μεν με τους δε για το όνομα των Σκοπίων. Και ενώ εμείς στην Ελλάδα χρησιμοποιούμε το κρυπτολεκτικό ΠΓΔΜ που γου δου μου, υπάρχουν ήδη παγκόσμιοι χάρτες και διεθνή συμβάντα που χρησιμοποιούν το όνομα Μακεδονία.

Πήγα και ως φοιτήτρια στις αντιπολεμικές πορείες. Τη μια ήταν ο πόλεμος στη Σερβία και Κοσσυφοπέδιο, την άλλη το Αφγανιστάν, την άλλη το Ιράκ. Πόλεμοι κρυφοί και φανεροί γίνονται ακόμα.

Ήταν και οι πορείες ενάντια στις διασκέψεις των 8 ή των 20 πλουσιότερων χωρών. Δακρυγόνα, επεισόδια, πανικός. Άλλοτε έβγαζα φωτογραφίες, άλλοτε κρυβόμουν, άλλοτε απλά παρατηρούσα. Όλες οι πορείες είχαν περίπου την ίδια αρχή και το ίδιο τέλος. Η αρχή ήταν δυναμική και όμορφη. Πολλές φορές νέοι έπαιζαν μουσικές, τύμπανα, σφυρίχτρες. Νέοι, γέροι, παιδιά, σκυλιά, όλοι μαζί. Σχεδόν πάντα είχε ήλιο. Και όταν ψιλοβράδυαζε και οι συμμετέχοντες στις πορείες είχαν κουραστεί, τότε ερχόταν αυτοί με τις άγριες διαθέσεις. Ήταν πάντα εμφανές ότι ήταν επαγγελματίες προβληματοποιοί. Σκοπός τους ήταν να αμαυρώσουν την ειρηνική πορεία, να παίξουν το ρόλο του κακού, να ποζάρουν στους φωτογράφους, να χλευάσουν τους αστυνομικούς. Πάντα με εξόργιζαν οι καταλήξεις της κάθε πορείας. Και αφού είχα εισπνεύσει δακρυγόνα και είχα εκπνεύσει αγανάκτηση το βράδυ στις ειδήσεις έβλεπα μια άλλη πορεία. Όχι βέβαια την ειρηνική και χρονοβόρα πορεία που είχα πάρει μέρος, αλλά την ολιγόλεπτη βαβούρα εκεί προς το τέλος όπου κουκουλοφόροι (πληρωμένοι;) σπάγανε, καίγανε, και βιαιοπραγούσαν «ενώπιον των τηλεοπτικών συνεργείων».

Τελευταία πορεία που πήγα ήταν στις 9 Δεκέμβρη 2010 στο Λονδίνο . Ήταν μια πορεία διαμαρτυρίας για τον τριπλασιασμό των διδάκτρων. Τράβηξα μπόλικες φωτογραφίες, συνομίλησα με 15χρονα που αγωνιούν για το μέλλον τους σε μια χώρα όπου η εκπαίδευση περνάει από τράπεζα για δάνειο: Τα δίδακτρα για ένα πτυχίο θα είναι πλέον 27.000 λίρες Αγγλίας. Είδα και μανάδες που μου λέγανε ότι αυτές σπούδασαν δωρεάν το ‘80-90 και πως η εκπαίδευση γενικά θα έπρεπε να είναι δωρεάν. Κοκορευόμουν εγώ ότι στην Ελλάδα η εκπαίδευση είναι ακόμα δωρεάν (για πόσο ακόμα;).

Πρώτη φορά συμμετείχα σε πορεία εντός αγγλικού εδάφους και ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα από την αστυνομία τους. Αυτή η αγγλική ευγένεια σε σκλαβώνει. Χαιρόμουν που έβλεπα και τους Εγγλέζους να διεκδικούν επιτέλους τα αυτονόητα. Όλα καλά και ωραία μέχρι που ήρθαν οι έφιπποι. Αυτοί με τα τεράστια άλογα. Ένιωσα ότι ήταν ώρα να φύγω, φωτογραφίες είχα βγάλει, μια εικόνα την είχα σχηματίσει. Και έκανα το λάθος να κατευθυνθώ προς τους έφιππους. Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκα ενώπιον τεραστίων αλόγων. Σα να ήμουν σε μάχη του μεσαίωνα. Δεν είμαι και εξοικειωμένη με τα αγγλικά έθιμα και δεν είχα αίσθηση του κινδύνου. Ο πανικός με έκανε να ουρλιάζω, να φοβάμαι ότι θα ποδοπατηθώ, ότι οι οπλές των αλόγων θα χτυπήσουν το κεφάλι μου και άλλα μεσαιωνικά βασανιστήρια. Μέσα σε λίγα λεπτά οι έφιπποι αποφάσισαν να οπισθοχωρήσουν. Έτρεμα. Εγώ και άλλοι Άγγλοι που απλά παγιδεύτηκαν σαν και μένα. Παραπέρα οι γνωστοί έξω-πορειακοί είχαν αρχίσει το παιχνίδι τους. Φωτιές και φασαρίες. Μύριζε Ελλάδα. Χωρίς να το καταλάβω είχα γαντζωθεί σε ένα περβάζι. Ένας αστυνομικός μου έδωσε το χέρι του: «Come my Lady» μου λέει. Τον κοιτάω με απορία, αυτή η αγγλική ευγένεια που πριν θα μου τσάκιζε τα κόκκαλα τώρα με βοηθάει να κατέβω από εκεί που είχα καταλήξει. Άλυτος γρίφος αυτή η χώρα.

Όπως απομακρυνόμουν πια από την πορεία υποσχέθηκα να μην ξαναπάω ποτέ. Όρκο που είμαι σίγουρη ότι δεν θα τηρήσω.

Ακόμα και στην Αγγλία λοιπόν το τέλος μια πορείας είναι το ίδιο θλιβερό. Μετά από λίγο άκουσα ότι διαδηλωτές επιτέθηκαν στη βασιλική κούρσα όπου επέβαινε ο Κάρολος με την Καμίλλα. Ένιωσα μια σύγχηση. Από τη μία η βασιλική οικογένεια και ο σουρεαλισμός που κουβαλάει ο θεσμός εν έτει 2011 και από την άλλη τα 15χρονα που ίσως δε σπουδάσουν ποτέ. Τόση αδικία Θέ μου.

Πάντα υπάρχει ένας καλός λόγος για να διαμαρτυρηθείς. Ειδικά στους καιρούς μας. Δυστυχώς όμως αυτό που προβάλλεται στις τηλεοράσεις και στις εφημερίδες είναι πάντα τα τελευταία σκηνικά. Αυτά που μαυρίζουν την ημέρα, αυτά που στρέφουν την κοινή γνώμη εναντίων των διαδηλωτών. Και μετά όλοι μιλούν για κουκουλοφόρους, για μπάτσους κακούς και βίαιους - για αλήτες.

Πάντα και παντού τα ίδια. Και όμως σας διαβεβαιώ οτι εγώ που έχω πάει σε άπειρες πορείες είμαι άνθρωπος ήρεμος και οτι ποτέ μου δεν έχω παρεκτραπεί. Το ίδιο σας διαβεβαιώ και για τους φίλους μου. Και για τους φίλους των φίλων μου. Τα συμπεράσματα δικά σας. Να θυμάστε μόνο όταν βλέπετε ειδήσεις οτι αυτό που βλέπετε είναι μια προσπάθεια τύφλωσης σας.

Παρεπιμπτόντως σήμερα 26 Μάρτη δεν πήγα στην πορεία στο Λονδίνο. Θα ήθελα βέβαια να νιώσω τον παλμό της: εργάτες, υπάλληλοι, φοιτητές, μαθητές, μανάδες και πατεράδες ένωσαν τις φωνές τους ενάντια στις περικοπές της Αγγλικής κυβέρνησης. Είδα τα νέα βέβαια. Τα ίδια. Φωτογράφοι και εικονολήπτες εστιάζουν στα επεισόδια. Πόσο ίδια. Κάθε φορά. Αρνούμαι και αντιστέκομαι στις εικόνες που βλέπω. Δυστυχώς άλλη μια φορά τα μέσα μαζικής επικοινωνίας έγιναν μέσα μαζικής υστερίας και παρέληψαν να δείξουν την αρχή της πορείας. Τόσα χρόνια η ίδια ιστορία...



Thursday, 17 March 2011

Μια φίλη που σώθηκε...


για όσους θέλουν να βοηθήσουν μπορούν να στηρίξουν την προσπάθεια των καθηγητών Αγγλικής στην περιοχή Miyagi

.....................................

Η ιστορία της Άννας

8,9 ρίχτερ και περίπου 30. 000 νεκροί είναι μαθηματικά για μένα. Η Άννα αγνοούμενη στην Ιαπωνία είναι μία φίλη, μιά αδερφή, μία κόρη, μία αγαπημένη ψυχή. Η Άννα αγνοούνταν απο την Παρασκευή 11 Μαρτίου όταν η πόλη που ζεί, το Sendai, ακούγονταν στις ειδήσεις ξανά και ξανά ως το επίκεντρο του σεισμού και μία απο τις πόλεις που χτυπήθηκε άγρια απο το τσουνάμι που ακολούθησε. Παρασκευή βράδυ μέσω της υπηρεσίας αναζήτησης αγνοούμενων του google έμαθα οτι η Άννα είχε δηλωθεί ως νεκρή. Κάτι μέσα μου με έκανε να πιστεύω πως η Άννα είναι ζωντανή.

Το 2009-2010 ήμασταν συγκάτοικοι. Η Άννα δεν μπορεί να έχει πεθάνει έτσι απλά. Αγαπημένη φίλη, αγαπημένη αδερφή, αγαπημένη κόρη. Με μεταπτυχιακό στην Ιστορία και ένα τρελό όνειρο: να πάει Ιαπωνία και να διδάξει Αγγλικά. Εζησα όλη την πορεία της. Απο τη γραφειοκρατία των αιτήσεων, τα πολύχρωμα χαρτάκια με ιαπωνικά που κολλούσε στον τοίχο της για να μάθει τη γλώσσα, το γλυκό της χαμόγελο όταν έμαθε οτι θα έφευγε Ιαπωνία, τα κρυφά δάκρυά της έξω απο την Ιαπωνική πρεσβεία στο Λονδίνο. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που έχουν τρελά όνειρα και που μάχονται γι΄αυτα.

Η Άννα που ξέρω λοιπόν δεν μπορεί να έχει πεθάνει. Μόλις μαθαίνω οτι είναι νεκρή αρνούμαι να το πιστέψω. Μέσω facebook βρίσκω τα μέιλ φίλων της στην Αγγλία και Ιαπωνία, στέλνω μειλ και στο μεγάλο της αδερφό. Με ένα φίλο της στην Αγγλία συνειδητοποιούμε οτι η ανακοίνωση θανάτου είναι ψευδής. Αμέσως βάζω στο μπλόγκ μου evavoutsaki.blogspot.com τη φωτογραφία της και ένα σύντομο μύνημα: “Η Αννα Φράνσις, δασκάλα Αγγλικών στην περιοχή Μιγιάγκι αγνοείται απο τη στιγμή του σεισμού. Όποιος γνωρίζει οτιδήποτε παρακαλώ να το ανακοινώσει”. Όλο το Σάββατο και την Κυριακή το μπλόγκ το επισκέφτηκαν 700 άτομα. Ανάμεσά τους η Βρετανική πρεσβεία στο Τόκυο, το BBC, το NTV, το LOOK, ο πατέρας της, ανώνυμοι, φίλοι της. Υπήρξε μια έντονη κινητικότητα. Κάποιοι φίλοι της απο Ιαπωνία είδαν μέσω φέισμπουκ και της σελίδας μου οτι η Άννα αγνοείται. Δευτέρα πρωί πήγαν με τα ποδήλατα σπίτι της. Την βρήκαν ζωντανή, χωρίς ρεύμα και τρόπο επικοινωνίας. Όλοι οι φίλοι της, ψηφιακοί και μη, ενωθήκαμε για 2 μέρες. Μια ψυχή, μια γροθιά. Για την Άννα.

Εύχομαι και άλλοι αγνοούμενοι να είναι τυχεροί και να επέζησαν. Να αγαπήθηκαν και να αγάπησαν. Να ξέφυγαν απο τα στριφνά μαθηματικά των 30.000.

Thursday, 3 February 2011

με το ένα πόδι στον παράδεισο...







My granddad's foot in paradise...
protagon.gr













For a draft English translation translation please scroll down:















O παππούς με το ένα πόδι στον Παράδεισο

Ο παππούς μου είναι σαν ήρωας απο μυθιστόρημα. Αυτό που θυμάμαι ήταν ένα γαλήνιο πλάσμα, χωρίς κακία, χωρίς μίσος. Ήταν ένας ονειροπόλος. Οι κάτοικοι του χωριού τον έλεγαν ‘πρύτανη’ γιατί είχε πάει μέχρι το γυμνάσιο. Όπως όλους τους παππούδες που επέζησαν απο τους πολέμους του άρεσε να πίνει λίγο παραπάνω. Η ασχολία του ήταν να πλέκει καλάθια και κοφίνια και να τα πουλάει στα γύρω χωριά. Επίσης μπόλιαζε δέντρα και έτσι ακόμα και σήμερα έχουμε πορτοκαλιές με ένα κλαδί λεμόνια, μανταρινιές με ένα κλαδί πορτοκάλια και άλλα περίεργα. Η αλήθεια είναι οτι ήταν λίγο γραφικός.

Τελευταία φορά που τον θυμάμαι να περπατάει ήταν εκείνο το απόγευμα του 1985 που τον επισκέφτηκαν κάποιοι δημοσιογράφοι. Ήθελαν να μάθουν την ιστορία του και πώς επέζησε απο το Άουσβιτς και το Ματχάουζεν. Το βράδυ εκείνο ο παππούς έπαθε το πρώτο απο τα τρία εγκεφαλικά που τον έριξαν στο κρεβάτι. Τότε ήμουν αρκετά μικρή για να καταλάβω τι ακριβώς είχε γίνει. Μετά απο μήνες οι γιατροί ανακάλυψαν οτι είχε καρκίνωμα ή γάγγραινα και το πόδι του έπρεπε να κοπεί απο τον αστράγαλο. Ο πατέρας μου ανακοίνωσε έξαλλος στη μάνα μου οτι του ζήτησαν να κάνει κανονική κηδεία στο πόδι του παππού, με όλη τη διαδικασία και το κόστος μιας κηδείας. Δεν καταλάβαινα τίποτα ακόμα, ήμουν μικρή. Στο σχολείο μας είχαν πεί για τον παράδεισο και πως όποιος πεθαίνει πάει εκεί. Στην παιδική μου φαντασία σχημάτισα την εξής σουρεαλιστική εικόνα: ήταν λέει στον παράδεισο ένα πόδι, μια πατούσα για την ακρίβεια. Και περίμενε τον παππού. Μετά από χρόνια πήγαινε και ο παππούς στον παράδεισο και έψαχνε την πατούσα του. Άμα ήταν τυχερός θα την ξαναέβρισκε σύντομα και θα περπατούσε χαρούμενος ξανά. Και θα μπόλιαζε όλα τα δέντρα του παραδείσου.

Τελικά ο πατέρας μου αποφάσισε να μην ενδώσει στους συναισθηματικούς εκβιασμούς του γιατρού (και του συνεργάτη νεκροθάφτη βεβαίως βεβαίως) και έκανε δωρεά το πόδι για ιατρική έρευνα.

Μεγάλωσα λίγο και άρχισα να προβληματίζομαι. Τί ήταν αυτό που οδήγησε σε εγκεφαλικό τον παππού μου; Γιατί ακόμα και ώς σακάτης στο κρεβάτι ποτέ δεν παραπονιέται, ποτέ δεν μουρμουρίζει, ποτέ δεν αναθεματίζει; Ήμουν πλέον έφηβη και εντός μου είχε εισέλθει το δημοσιογραφικό μικρόβιο. Ήθελα να μάθω όλη την αλήθεια. Ποιός ήταν αυτός ο κύριος παππούς; Θυμόμουν βέβαια αχνά οτι οποιαδήποτε συναισθηματική φόρτιση θα μπορούσε να τον σκοτώσει. Άλλοτε ευθέως άλλοτε πλαγίως τον ρωτούσα διάφορα: «Παππού, πότε πήγες στη Γερμανία; Γιατί πήγες; Οι Γερμανοί ήταν καλοί άνθρωποι;» Και αυτός ο καημένος κοιτούσε το ταβάνι και με τη γαλήνια φωνή του μου έλεγε σχεδόν ψιθυριστά : «Οι Γερμανοί είναι καλοί άνθρωποι». Και μετά σιωπούσε. Καμιά φορά μου έκανε μάθημα γεωγραφίας: «Μας έβαλαν σε ένα τρένο και περάσαμε ένα μεγάλο ποτάμι που το λένε Δούναβη. Ξέρεις πού είναι ο Δούναβης;»

Α ρε παππού, ποτέ δεν μου είπες το ζουμί της ιστορίας. Το έμαθα όμως από άλλους. Ήσουν λέει παντρεμένος και είχες τρία παιδιά. Το 1943 βοήθησες δύο Ιταλούς να βρούνε ένα μονοπάτι προς τη θάλασσα όπου τους περίμενε μιά βάρκα για να δραπετεύσουν. Τους έδωσες τα ρούχα σου για να μοιάζουν με Έλληνες. Οι Γερμανοί τους έπιασαν. Κάποιος απο το χωριό σε κατέδωσε. Οι Γερμανοί σε βάλαν σε ένα φορτηγό μαζί με άλλους, μετά στο πλοίο, μετά στο τρένο και από εκεί στο Άουσβιτς. Ναι, το είδες το ποτάμι το Δούναβη. Είδες και άλλα όμως που δεν ήθελες να θυμάσαι. Είδες την εξαθλίωση του ανθρώπου. Απο το Άουσβιτς σε πήγαν στο Ματχάουζεν. Κάποιος μου είπε οτι για να επιβιώσεις έφαγες τα κόπρανά σου. Το 1945 οι Αμερικάνοι άνοιξαν τις πύλες και σας ελευθέρωσαν. Για κάποιο λόγο εσύ δεν έφτασες άμεσα στην Κρήτη. Κατέληξες στο Δαφνί. Ίσως δεν σε πίστευαν και σε πέρασαν για τρελό. Η γιαγιά μου σου είχε κάνει κηδεία και μνημόσυνο. Ο πόλεμος είχε τελειώσει και εσύ δεν είχες φανεί. Τελικά κάποιος σε αναγνώρισε και ζήτησε απο τον αδερφό σου να υπογράψει οτι δεν ήσουν τρελός αλλα επιζών στρατοπέδου συγκέντρωσης. Με τα πολλά κατάφερες να γυρίσεις στην οικογένεια σου, να κάνεις ακόμα δύο παιδιά και πολλά εγγόνια.

Παππού αγαπημένε. Αν και πλέον δεν πιστεύω στους εναέριους παραδείσους ή στις υποχθόνιες κολάσεις σου εύχομαι να έχεις βρεί την πατούσα σου και να απολαμβάνεις τα πειραματόδεντρά σου. Και αν ποτέ δεν μου είπες την αλήθεια, δεν πειράζει. Ίσως προφύλαξες τον εαυτό σου απο ένα τέταρτο εγκεφαλικό, ίσως προφύλαξες εμένα απο εφιάλτες και αρνητισμό. Να είσαι καλά.

.................................


My Granddad with one foot in Paradise...

My grandfather is like a hero from a novel.

I remember him as a really peaceful creature. People in the village used to call him ‘Doyen’ because he had studied up to 16. Like all the Second World War granddads he was drinking a little bit more. He was a craftsman, making Cretan style baskets which he used to sell to neighbour villages. He would also experiment with trees so we ended up having a branch with lemons stuck on an orange tree, a branch of oranges on a mandarin tree etc. He was quite a character.

Last time I saw him walking was that afternoon of 1985 when some journalists were interviewing him about how he survived Auswitch and Mauthaussen. That night he suffered the first out of three strokes which paralyzed him. I was still a child and couldn’t actually get what had happened. Later on the doctors found out he had cancerous foot and they had to take it out. My father was upset as he was explaining to my mum the doctors’ claim for a proper funeral with the ‘ceased foot’. In my childhood imagination I created a totally surreal image: there was a foot walking around paradise, waiting for my grandfather. Later on my grandfather would appear and start looking for his body part. If he was lucky enough he would find it and he would be able to walk again so that he could keep experimenting with the trees of paradise and their branches.

My father decided to ignore the doctors’ (and the funeral parlours) emotional pressure and donate the foot to the hospital’s laboratories.

I grew up and I kept thinking about all this. What made my grandfather suffer from strokes? Why did he never complain about him being crippled? Why did he never cursed or blamed anyone? I was a teenager and hooked with the idea of journalism. I wanted to find out the truth. After all, who was this Mister Grandfather? I was aware though that any emotional strangle could kill him. So, I would ask him things like: when did you go to Germany? Why? Were the Germans good to you? He would stare at the ceiling and whisper that Germans are good. Or he would give me geography lessons: ‘They put us in a train and we went through a huge river, Danube. Do you know where Danube is’?

Poor granddad... You missed the important bits of the story. Some other people told me. You were married and father of three kids. In 1943 you guided two Italians to their escape. You gave them your clothes so that they would look like Greeks. The Germans caught them. Someone from the village betrayed you. Then the Germans took you in a truck, in a boat, in a train all the way to Auswitch. Yes, indeed, you glimpsed Danube. But you also witnessed things you need to forget. Things inhuman. From Auswitch they took you to Mauthaussen. Someone told me you even ate your own shit to survive. In 1945 the Americans liberated you. For some absurd reason you didn’t reach Crete. They put you in the mental house in Athens. Perhaps they thought you are mental. My grandma considered you dead and she did you a funeral and all the gatherings. The war had finished but you were still missing. At the end someone recognised you in the mental house and had your brother signing that you are not mental but a concentration camp survivor. At the end you managed to come back to your family and have two more kids and lots of grand kids.

My beloved granddad... Even though I no longer believe in heavens in the sky and hells in the deep earth, I wish you eventually have found your foot and you keep experimenting with your trees. And if you never told me the story, no worries. Perhaps you protected yourself from a fourth stroke. Or me from nightmares and negativity. Be well.