Thursday, 3 February 2011

με το ένα πόδι στον παράδεισο...







My granddad's foot in paradise...
protagon.gr













For a draft English translation translation please scroll down:















O παππούς με το ένα πόδι στον Παράδεισο

Ο παππούς μου είναι σαν ήρωας απο μυθιστόρημα. Αυτό που θυμάμαι ήταν ένα γαλήνιο πλάσμα, χωρίς κακία, χωρίς μίσος. Ήταν ένας ονειροπόλος. Οι κάτοικοι του χωριού τον έλεγαν ‘πρύτανη’ γιατί είχε πάει μέχρι το γυμνάσιο. Όπως όλους τους παππούδες που επέζησαν απο τους πολέμους του άρεσε να πίνει λίγο παραπάνω. Η ασχολία του ήταν να πλέκει καλάθια και κοφίνια και να τα πουλάει στα γύρω χωριά. Επίσης μπόλιαζε δέντρα και έτσι ακόμα και σήμερα έχουμε πορτοκαλιές με ένα κλαδί λεμόνια, μανταρινιές με ένα κλαδί πορτοκάλια και άλλα περίεργα. Η αλήθεια είναι οτι ήταν λίγο γραφικός.

Τελευταία φορά που τον θυμάμαι να περπατάει ήταν εκείνο το απόγευμα του 1985 που τον επισκέφτηκαν κάποιοι δημοσιογράφοι. Ήθελαν να μάθουν την ιστορία του και πώς επέζησε απο το Άουσβιτς και το Ματχάουζεν. Το βράδυ εκείνο ο παππούς έπαθε το πρώτο απο τα τρία εγκεφαλικά που τον έριξαν στο κρεβάτι. Τότε ήμουν αρκετά μικρή για να καταλάβω τι ακριβώς είχε γίνει. Μετά απο μήνες οι γιατροί ανακάλυψαν οτι είχε καρκίνωμα ή γάγγραινα και το πόδι του έπρεπε να κοπεί απο τον αστράγαλο. Ο πατέρας μου ανακοίνωσε έξαλλος στη μάνα μου οτι του ζήτησαν να κάνει κανονική κηδεία στο πόδι του παππού, με όλη τη διαδικασία και το κόστος μιας κηδείας. Δεν καταλάβαινα τίποτα ακόμα, ήμουν μικρή. Στο σχολείο μας είχαν πεί για τον παράδεισο και πως όποιος πεθαίνει πάει εκεί. Στην παιδική μου φαντασία σχημάτισα την εξής σουρεαλιστική εικόνα: ήταν λέει στον παράδεισο ένα πόδι, μια πατούσα για την ακρίβεια. Και περίμενε τον παππού. Μετά από χρόνια πήγαινε και ο παππούς στον παράδεισο και έψαχνε την πατούσα του. Άμα ήταν τυχερός θα την ξαναέβρισκε σύντομα και θα περπατούσε χαρούμενος ξανά. Και θα μπόλιαζε όλα τα δέντρα του παραδείσου.

Τελικά ο πατέρας μου αποφάσισε να μην ενδώσει στους συναισθηματικούς εκβιασμούς του γιατρού (και του συνεργάτη νεκροθάφτη βεβαίως βεβαίως) και έκανε δωρεά το πόδι για ιατρική έρευνα.

Μεγάλωσα λίγο και άρχισα να προβληματίζομαι. Τί ήταν αυτό που οδήγησε σε εγκεφαλικό τον παππού μου; Γιατί ακόμα και ώς σακάτης στο κρεβάτι ποτέ δεν παραπονιέται, ποτέ δεν μουρμουρίζει, ποτέ δεν αναθεματίζει; Ήμουν πλέον έφηβη και εντός μου είχε εισέλθει το δημοσιογραφικό μικρόβιο. Ήθελα να μάθω όλη την αλήθεια. Ποιός ήταν αυτός ο κύριος παππούς; Θυμόμουν βέβαια αχνά οτι οποιαδήποτε συναισθηματική φόρτιση θα μπορούσε να τον σκοτώσει. Άλλοτε ευθέως άλλοτε πλαγίως τον ρωτούσα διάφορα: «Παππού, πότε πήγες στη Γερμανία; Γιατί πήγες; Οι Γερμανοί ήταν καλοί άνθρωποι;» Και αυτός ο καημένος κοιτούσε το ταβάνι και με τη γαλήνια φωνή του μου έλεγε σχεδόν ψιθυριστά : «Οι Γερμανοί είναι καλοί άνθρωποι». Και μετά σιωπούσε. Καμιά φορά μου έκανε μάθημα γεωγραφίας: «Μας έβαλαν σε ένα τρένο και περάσαμε ένα μεγάλο ποτάμι που το λένε Δούναβη. Ξέρεις πού είναι ο Δούναβης;»

Α ρε παππού, ποτέ δεν μου είπες το ζουμί της ιστορίας. Το έμαθα όμως από άλλους. Ήσουν λέει παντρεμένος και είχες τρία παιδιά. Το 1943 βοήθησες δύο Ιταλούς να βρούνε ένα μονοπάτι προς τη θάλασσα όπου τους περίμενε μιά βάρκα για να δραπετεύσουν. Τους έδωσες τα ρούχα σου για να μοιάζουν με Έλληνες. Οι Γερμανοί τους έπιασαν. Κάποιος απο το χωριό σε κατέδωσε. Οι Γερμανοί σε βάλαν σε ένα φορτηγό μαζί με άλλους, μετά στο πλοίο, μετά στο τρένο και από εκεί στο Άουσβιτς. Ναι, το είδες το ποτάμι το Δούναβη. Είδες και άλλα όμως που δεν ήθελες να θυμάσαι. Είδες την εξαθλίωση του ανθρώπου. Απο το Άουσβιτς σε πήγαν στο Ματχάουζεν. Κάποιος μου είπε οτι για να επιβιώσεις έφαγες τα κόπρανά σου. Το 1945 οι Αμερικάνοι άνοιξαν τις πύλες και σας ελευθέρωσαν. Για κάποιο λόγο εσύ δεν έφτασες άμεσα στην Κρήτη. Κατέληξες στο Δαφνί. Ίσως δεν σε πίστευαν και σε πέρασαν για τρελό. Η γιαγιά μου σου είχε κάνει κηδεία και μνημόσυνο. Ο πόλεμος είχε τελειώσει και εσύ δεν είχες φανεί. Τελικά κάποιος σε αναγνώρισε και ζήτησε απο τον αδερφό σου να υπογράψει οτι δεν ήσουν τρελός αλλα επιζών στρατοπέδου συγκέντρωσης. Με τα πολλά κατάφερες να γυρίσεις στην οικογένεια σου, να κάνεις ακόμα δύο παιδιά και πολλά εγγόνια.

Παππού αγαπημένε. Αν και πλέον δεν πιστεύω στους εναέριους παραδείσους ή στις υποχθόνιες κολάσεις σου εύχομαι να έχεις βρεί την πατούσα σου και να απολαμβάνεις τα πειραματόδεντρά σου. Και αν ποτέ δεν μου είπες την αλήθεια, δεν πειράζει. Ίσως προφύλαξες τον εαυτό σου απο ένα τέταρτο εγκεφαλικό, ίσως προφύλαξες εμένα απο εφιάλτες και αρνητισμό. Να είσαι καλά.

.................................


My Granddad with one foot in Paradise...

My grandfather is like a hero from a novel.

I remember him as a really peaceful creature. People in the village used to call him ‘Doyen’ because he had studied up to 16. Like all the Second World War granddads he was drinking a little bit more. He was a craftsman, making Cretan style baskets which he used to sell to neighbour villages. He would also experiment with trees so we ended up having a branch with lemons stuck on an orange tree, a branch of oranges on a mandarin tree etc. He was quite a character.

Last time I saw him walking was that afternoon of 1985 when some journalists were interviewing him about how he survived Auswitch and Mauthaussen. That night he suffered the first out of three strokes which paralyzed him. I was still a child and couldn’t actually get what had happened. Later on the doctors found out he had cancerous foot and they had to take it out. My father was upset as he was explaining to my mum the doctors’ claim for a proper funeral with the ‘ceased foot’. In my childhood imagination I created a totally surreal image: there was a foot walking around paradise, waiting for my grandfather. Later on my grandfather would appear and start looking for his body part. If he was lucky enough he would find it and he would be able to walk again so that he could keep experimenting with the trees of paradise and their branches.

My father decided to ignore the doctors’ (and the funeral parlours) emotional pressure and donate the foot to the hospital’s laboratories.

I grew up and I kept thinking about all this. What made my grandfather suffer from strokes? Why did he never complain about him being crippled? Why did he never cursed or blamed anyone? I was a teenager and hooked with the idea of journalism. I wanted to find out the truth. After all, who was this Mister Grandfather? I was aware though that any emotional strangle could kill him. So, I would ask him things like: when did you go to Germany? Why? Were the Germans good to you? He would stare at the ceiling and whisper that Germans are good. Or he would give me geography lessons: ‘They put us in a train and we went through a huge river, Danube. Do you know where Danube is’?

Poor granddad... You missed the important bits of the story. Some other people told me. You were married and father of three kids. In 1943 you guided two Italians to their escape. You gave them your clothes so that they would look like Greeks. The Germans caught them. Someone from the village betrayed you. Then the Germans took you in a truck, in a boat, in a train all the way to Auswitch. Yes, indeed, you glimpsed Danube. But you also witnessed things you need to forget. Things inhuman. From Auswitch they took you to Mauthaussen. Someone told me you even ate your own shit to survive. In 1945 the Americans liberated you. For some absurd reason you didn’t reach Crete. They put you in the mental house in Athens. Perhaps they thought you are mental. My grandma considered you dead and she did you a funeral and all the gatherings. The war had finished but you were still missing. At the end someone recognised you in the mental house and had your brother signing that you are not mental but a concentration camp survivor. At the end you managed to come back to your family and have two more kids and lots of grand kids.

My beloved granddad... Even though I no longer believe in heavens in the sky and hells in the deep earth, I wish you eventually have found your foot and you keep experimenting with your trees. And if you never told me the story, no worries. Perhaps you protected yourself from a fourth stroke. Or me from nightmares and negativity. Be well.

No comments:

Post a Comment